-
Card image cap
ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΙΣΤΙΚΙΑΣ

Η φιστικιά (Pistacia vera L.) πιθανόν κατάγεται από την κεντρική Ασία (Zohary 1952, Whitehouse 1957) όπου βρέθηκαν μεγάλες εκτάσεις με αυτοφυή δένδρα. Κατά τον N. I. Vavilov η Pistacia vera L. κατάγεται από το κέντρο της Εγγύς Ανατολής όπου βρίσκεται ο μεγαλύτερος αριθμός γενετικών μορφών της. Στη Συρία η καλλιέργεια της είναι γνωστή εδώ και 3.500 χρόνια, ενώ οι πρώτες αναφορές των Θεόφραστου (300 π.Χ.) και Διοσκουρίδη (1ος αιώνας μ.Χ.) υποστηρίζουν ότι το φιστίκι το χρησιμοποιούσαν σαν φαρμακευτικό είδος και προερχόταν από την Ινδία.

Στη μεσογειακή Ευρώπη εισήχθη στις αρχές της προχριστιανικής περιόδου. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι ο Τιβέριος μετέφερε το 30 π.Χ. τη φιστικιά από την Συρία στη Ρώμη και από εκεί στην Ισπανία – Γαλλία από όπου διαδόθηκε στην Σικελία, Αλγερία – Τύνηδα και αργότερα (1853-54) στην Καλιφόρνια. Σήμερα, εκτός από την Ελλάδα, καλλιεργείται σε περιοχές με ζεστό και ξηρό κλίμα, όπως ο Λίβανος, η Παλαιστίνη, η Συρία, το Ιράν, η Ινδία, η Τουρκία, η Ν. Ευρώπη, οι ξηροθερμικές χώρες της Ασίας και Αφρικής και οι Η.Π.Α. (Καλιφόρνια). Αλλά τα φιστίκια είναι ιδιαίτερη αγαπητά στους Σύριους που τα χρησιμοποιούν στις γιορτές τους και κυρίως στους γάμους τους προσφέροντάς τα όπως εμείς τα κουφέτα.

Στην Ελλάδα, η εφημερίδα της Ελληνικής Γεωργίας (1856) αναφέρει ότι τα πρώτα φιστικόδενδρα καλλιεργήθηκαν στη Ζάκυνθο και τον Πύργο Ηλείας. Άλλες πηγές αναφέρουν πως η φιστικιά ήρθε γύρω στο 1860 και πρωτοκαλλιεργήθηκε στην Αττική. Την πρώτη όμως ώθηση έδωσε ο Δημ. Παυλίδης (1860) με την εγκατάσταση φιστικέωνα στο Ψυχικό Αττικής, ενώ ουσιαστικά στην διάδοση της συνέβαλαν οι γεωπόνοι Ορφανίδης (1869) και Γεννάδιος (1882), που δημιούργησαν τα πρώτα φυτώρια φιστικιάς στο Δημόσιο δενδροκομείο στην περιοχή της τωρινής ΑΓΣΑ. Αρχικά η καλλιέργεια της φιστικιάς περιορίστηκε στα παράλια της Αττικής και τη νήσο Αίγινα. Από το 1950 άρχισε να επεκτείνεται στη Βοιωτία, Κορινθία, Εύβοια και Φθιώτιδα και από το 1968 στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα (Θεσσαλία, Χαλκιδική, Ροδόπη), στην Κρήτη και στις Κυκλάδες.

Οι συστηματικοί φιστικεώνες στη χώρα μας καταλαμβάνουν έκταση 41.129 στρέμματα και η μέση ετήσια παραγωγή ξηρών φιστικιών ανέρχεται σε 5.016 τόνους (Στατιστική Επετηρίδα Ελλάδος, 1991).

Η φιστικιά καλλιεργείται για τους καρπούς της, που θεωρούνται ως το ευγευστότερο ακρόδρυο. Οι καρποί, όταν ακόμα είναι τρυφεροί, χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γλυκού του κουταλιού.

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΦΙΣΤΙΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ

Στις αρχές του αιώνα μας, ο γιατρός Νικόλαος Περόγλου έφερε από την Συρία τις πρώτες φιστικιές κα τις φύτεψε στο κτήμα στο κτήμα του στην Αίγινα. Στην αρχή κρατούσε την καλλιέργεια μυστική. Σε μια πραγματεία του που έγραψε για την φιστικιά (1916), προτρέπει τους κτηματίες να επιδοθούν στην καλλιέργεια του πολύτιμου αυτού δένδρου, με την πεποίθηση ότι θα τους ανταμείψει βραδέως μεν, αλλά επαρκώς και ασφαλώς.

Κατόπιν ο Φορτούνας που είχε αναλάβει το αρδευτικό σύστημα της Αίγινας, δημιούργησε δικό του φυτώριο φιστικιάς και ασχολήθηκε επαγγελματικά με την καλλιέργειά της. Σιγά-σιγά η φιστικιά άρχισε να καλλιεργείται πειραματικά.

Ο Περόγλου έδωσε στον γείτονα του Γαλάρη δενδρύλλια φιστικιάς που τα φύτεψε στο κτήμα του την πρώτη δεκαετία του 1900. Αυτά τα δένδρα βρίσκονται ακόμα και σήμερα σε παραγωγή. Κατά την διάρκεια μια εμπορικής συναλλαγής μεταξύ των νησιωτών, όπου το φιστίκι έπιασε υψηλότερη τιμή από το μούστο, πείστηκε ο Νικολής Χαϊμαντάς να φυτέψει φιστικιές στο κτήμα του, αντικαθιστώντας μάλιστα τις αμυγδαλιές. Ο γέρο Χαϊμαντάς ήταν από τους πρώτους που προέβλεψε το μέλλον της φιτικιάς και φύτεψε σε όλα τα κτήματα του. Η υψηλή τιμή του φιστικιού είχε σαν συνέπεια να εκτοπίσει το καινούριο δένδρο τις υπόλοιπες καλλιέργειες και σήμερα στην Αίγινα να έχουμε μονοκαλλιέργεια. Η φιστικιά έχει βοηθήσει στην οικονομική ανάπτυξη του νησιού και στην διατήρηση της  οικολογικής ισορροπίας και παραδοσιακής μορφής της Αίγινας.

Μέχρι τις αρχές του 1960 η καλλιέργεια της φιστικιάς ήταν παραδοσιακή, δηλαδή έσκαβαν με τσαπιά και χρησιμοποιούσαν αλέτρια με άλογα. Σήμερα η καλλιέργεια έχει σχεδόν εκμηχανιστεί, λόγω της έλλειψης εργατικών χεριών και του υψηλού κόστους καλλιέργειας. Μεγάλη σημασία στην εξάπλωση της φιστικιάς στην Αίγινα είχε η δημιουργία οργανωμένων φυτωρίων στο νησί, δεδομένου ότι η ποικιλία της Αιγινήτικης φιστικιάς δίνει δέντρα μεγάλης παραγωγικότητας. (Λαογραφικό μουσείο Αίγινας.)

ΒΟΤΑΝΙΚΗ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΙ ΒΟΤΑΝΙΚΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΤΗΣ Pistacia Vera

Είδος δικοτυλήδονου φυτού που ανήκει στην οικογένεια ANACARDEAE. Το γένος Πιστάκια (Pistacia) περιλαμβάνει 11 είδη από τα οποία 3 απαντούν αυτοφυή στην Ελλάδα και είναι τα εξής:

  • Pistacia terebinthus, L κν. Κοκορεβυθιά, κοκορετσά κ.ά. Είναι δενδρύλλιο ή θάμνος φυλλοβόλος, ύψους 1-5 μ. με καρπό δρυπή καστανή. Χρησιμοποιείται σαν υποκείμενο της φιστικιάς.
  • Pistacia terebinthus, cv. Tsikoudia, κν. Τσικουδιά. Αυτοφύεται κυρίως στη Χίο και στην Κρήτη. Είναι δένδρο φυλλοβόλο, δίοικο, ύψους πάνω από 10 μ. Οι καρποί του είναι αρχικά κόκκινοι και κατά την ωρίμανση μεταβάλλονται σε πράσινο μολυβί. Θεωρείται ως το πιο κατάλληλο υποκείμενο για την φιστικιά.
  • Pistacia lentiscus, κν. σχίνος. Είναι συνήθως θάμνος, ύψους 1-5 μ., αειθαλής, δίοικος με καρπό μικρή κόκκινη δρύπη. Ποικιλία του είδους αυτού είναι το γνωστό μαστιχόδεντρο (cv. Chia ή latifolia).

Το είδος Pistacia vera. L., Πιστακία η γνήσια κν. Φιστικιά, καλλιεργείται για τους καρπούς της, τα γνωστά αιγινήτικα φιστίκια. Είναι δένδρο φυλλοβόλο, δίοικο, πρωτανδρικό, μακρόβιο, βραδείας ανάπτυξης και ύψους 6-9 μέτρων.

Ο κορμός και οι κλάδοι έχουν φλοιό χρώματος σταχτί, που γίνεται σκοτεινότερο με την πάροδο των χρόνων. Το ριζικό σύστημα είναι ισχυρό και μπορεί να φτάσει σε βάθος τριών μέτρων και πλάτος μέχρι 6-8 μέτρα.

Αθανασία Φ. Χατζηπέρη – Γεωπόνος Περιφέρειας Αττικής